Χρησιμοποιούμε τα cookies στην ιστοσελίδα μας, σύμφωνα με την Οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Μάξιμος Χαρακόπουλος | Νέα Δημοκρατία - Ομιλία του κ. Μ.Χαρακόπουλου στην παρουσίαση του βιβλίου «Καισάρεια, τομ.Α΄», της κ. Κατ. Νικολαίδου- Ντάναση
Menu
A+ A A-

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Αθήνα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ομιλία του κ. Μάξιμου Χαρακόπουλου
στην παρουσίαση του βιβλίου
«Καισάρεια, τομ.Α΄, Η Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Ζίντζίδερε (Φλαβιανά).
Το πνευματικό και εκπαιδευτικό κέντρο της Καππαδοκίας»,
της κ. Κατερίνας Νικολαίδου- Ντάναση
που πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο Κωνσταντινουπολιτών
από το Σύνδεσμο Μεγαλοσχολιτών

Φίλες και φίλοι,
Γεννήθηκα σε ένα μικρό προσφυγικό χωριό Καππαδοκών και μεγάλωσα με ακούσματα από τους παππούδες μου για το μεμλεκέτ, την πατρίδα, όπως αποκαλούσαν τη Μικρασία. Τα ακούσματα αυτά αλλά και η καθημερινή ζωή με τα ήθη και έθιμα που μεταλαμπαδεύτηκαν στη νέα πατρίδα αποτέλεσαν την αφορμή για το ενδιαφέρον μου για την Καππαδοκία.
Η διδακτορική μου διατριβή για τους Ρωμιούς της Καππαδοκίας εκδόθηκε και επανεκδόθηκε -με πρόλογο αυτή τη φορά και του Διευθυντή του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών κ. Σταύρου Ανεστίδη-, και κάθε χρόνο στο ετήσιο προσκύνημα με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην αγιοτόκο Καππαδοκία ανακαλύπτω και κάτι άγνωστο σε εμένα έως πρότινος από αυτόν τον μαγικό κόσμο της Ανατολής.
Θέλω λοιπόν, να ευχαριστήσω την συγγραφέα την κ. Κατερίνα Νικολαίδου Ντανάση γιατί το βιβλίο της «Καισάρεια» αποτελεί ένα ταξίδι στο χώρο και κυρίως στο χρόνο –θα έλεγα με φθηνά ναύλα- προσφέροντας πολύτιμες γνώσεις για τους ελληνορθόδοξους της Καππαδοκίας, που έζησαν στη γη των πατέρων τους μέχρι την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών που επέβαλε η συνθήκη της Λοζάνης.
Το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί πρώτα από όλα για το σεβασμό με τον οποίο η συγγραφέας προσεγγίζει το αρχειακό υλικό, τις πρωτογενείς πηγές, τα χειρόγραφα. Χωρίς να την γνωρίζω, γνωρίζω, όμως, το αίσθημα του δέους που γεύτηκε και της ευθύνης όταν ανακαλύπτεις ένα νέο στοιχείο, ένα μικρό τεκμήριο ιστορίας που οφείλεις να μοιραστείς με τις επόμενες γενιές.
Το βιβλίο της Κατερίνας Νικολαίδου Ντανάση, Καισάρεια, κατορθώνει ανασύροντας από την ιστορική λήθη πρόσωπα και χώρους να αναστήσει μια ολόκληρη εποχή στην αγαπημένη μας Καππαδοκία.
Οι προσωπικές μαρτυρίες και τα έγγραφα, μαζί με τα στοιχεία που αποτελούν καρπό μιας συστηματικής έρευνας, με επίκεντρο το Ζιντζίδερε, την Καισάρεια, την Κερμίρα, τη Μερσίνα, τα Ποτάμια, αλλά και οι βιογραφίες προσωπικοτήτων όπως ο μητροπολίτης Παΐσιος, ο μητροπολίτης Αγαθάγγελος, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αγαθάγγελος, ο Αναστάσιος Νικολαΐδης, ο Ανέστης Μωραΐτης, ο Νεόφυτος Ευαγγελίδης μετέπειτα μητροπολίτης Ελασσόνος, αναδύουν το άρωμα ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα εκεί γύρω στα 1924.
Παρακολουθούμε την ραγδαία ανάπτυξη που είχε ο ελληνικός κόσμος της Μικράς Ασίας, την αυξανόμενη αυτοπεποίθησή του, καθώς εισερχόταν στην διαδικασία της χειραφέτησής του, με το όραμα της Μεγάλης Ιδέας να συνεπαίρνει τις καρδιές όλων των Ρωμιών. Ακόμη και αν το περιεχόμενό της ήταν η εκπαιδευτική ανύψωση των μελών των ελληνικών κοινοτήτων και στο τελευταίο χωριό, ακόμη και αν αυτό ήταν τουρκόφωνο.
Διαπιστώνουμε σ’ αυτήν την εθνική έξαρση, να πρωταγωνιστούν οι ίδιοι παράγοντες, όπως και στα υπόλοιπα τμήματα του ελληνισμού. Ο κυριότερος είναι ασφαλώς η Εκκλησία, που είναι ταυτοχρόνως φορέας της ταυτότητας του γένους, και μάλιστα σε πληθυσμούς που ήταν όχι μόνον απομονωμένοι, εντός πολυαριθμότερων αλλόδοξων, αλλά δεν μιλούσαν καν την ελληνική γλώσσα.
Η ταυτότητα και η πίστη ταυτίζονται, και είναι η εκκλησιαστική πράξη που κρατά και τις δύο ζωντανές. Όπως γράφει η συγγραφέας «το κήρυγμα του θείου λόγου γινόταν στην τουρκική γλώσσα για να γίνεται κατανοητό από τους τουρκόφωνους χριστιανούς». Η εκκλησία είναι ταυτοχρόνως, όμως, και μηχανισμός εθνικής αφύπνισης, καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου , 19ου και αρχών του 20ού αιώνα.
Το ζήτημα της τουρκοφωνίας μεγάλου μέρους των Καππαδοκών, που αποτέλεσε εμπόδιο στην ομαλή ένταξη των προσφύγων στην Ελλάδα σε βαθμό που κάποιοι τους αποκαλούσαν τουρκόσπορους, αναδεικνύεται σε διάφορα σημεία του βιβλίου. Θυμούμαι την προγιαγιά μου, που πέθανε σε βαθύ γήρας το 1980, να μην ξέρει άλλα ελληνικά από το «πάτερ ημών».
Η εκκλησία αποτέλεσε πραγματική κιβωτό σωτηρίας για τους τουρκόφωνους ρωμιούς της Ανατολής. Η εθνική συνείδηση ταυτίστηκε με τη θρησκευτική. Αν έλεγαν για κάποιον «τούρκεψε» σήμαινε ότι αλλαξοπίστησε.
Στο βιβλίο της Νικολαΐδου παρατηρούμε ότι οι πρωτοβουλίες της εκκλησίας για τον φωτισμό των Ελλήνων, η ίδρυση σχολείων και σχολών είναι αυτές που φέρνουν τις νέες ιδέες που ακμάζουν στην Δύση, σε κάθε σημείο που ζουν οι Έλληνες.
Ακόμη και η προσπάθεια να μορφωθούν τα κορίτσια, τα οποία αναλαμβάνουν στη συνέχεια, κυρίως μέσω της οικογενείας, την εκπαίδευση των ελληνοπαίδων, προάγει τη θέση της γυναίκας, κάτι που συνιστά πραγματική επανάσταση για τα ήθη της ανατολής.
Στην περίπτωση μάλιστα της Καππαδοκίας, ο ρόλος της γυναίκας ως φορέα της εθνικής συνείδησης αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς επικρατεί η τουρκοφωνία ενώ οι άνδρες, λόγω των οικονομικών συνθηκών μεταναστεύουν σε άλλες περιοχές.

Φίλες και φίλοι,
Το έργο της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, θα χαρακτηριστεί χωρίς υπερβολή, εκπληκτικό. Θα μετατρέψει την Καππαδοκία, μετά από αιώνες σκοτεινούς, κάτω από τον οθωμανικό ζυγό, σε φάρο πνευματικό για όλη την Μικρά Ασία.
Ιδιαίτερα υπό την σοφή επιστασία του αρχικώς ηγουμένου και στη συνέχεια Μητροπολίτου Καισαρείας Παϊσίου Κεπόγλου, του Μεγάλου Παϊσίου, όπως αποκαλείται, και που φημολογείται ότι είχε μυηθεί και στην Φιλική Εταιρεία, «η Μονή Τιμίου Προδρόμου αναδείχθηκε σε θρησκευτικό, εκκλησιαστικό, πνευματικό, εκπαιδευτικό και εθνικό κέντρο της επαρχίας» (σελ. 53). Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους μοναχούς που μαθήτευαν στο Σχολείο της Μονής 16 αργότερα αναδείχθηκαν σε επισκόπους και μητροπολίτες (σελ. 56).
Ενδεικτικό του κύρους της Κατά Καισάρειαν Ιερατικής Σχολής είναι και το γεγονός ότι εκτός από σπουδαστές και διευθυντές της ανυψώθηκαν σε επισκοπικούς θρόνους. Επιτρέψτε μου να μνημονεύσω εκτός του Μητροπολίτου Καισαρείας Παϊσίου Κεπόγλου και τον Νεόφυτο Ευαγγελίδη, ο οποίος στις 12 Αυγούστου 1910 εξελέγη μητροπολίτης Ελασσώνος.
Ο Νεόφυτος κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη διείσδυση ρουμανικής προπαγάνδας στην επαρχία του με την ίδρυση ρουμανοβλαχικού σχολείου στο Δαμάσι, ενώ ήταν αυτός που υποδέχθηκε τον ελληνικό στρατό ως ελευθερωτή στις 6 Οκτωβρίου του 1912 στην τότε έδρα της μητρόπολής του στην Τσαριτσάνη, προσφωνώντας τον αρχιστράτηγο και διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο.
Στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Μονής Τιμίου Προδρόμου ιδρύονται από τον μητροπολίτη Ιωάννη, η Ροδοκανάκειος Ιερατική Σχολή, το κατά Καισάρειαν Κεντρικό Παρθεναγωγείο και τα Καππαδοκικά Ορφανοτροφεία -το οποίο ο μητροπολίτης Ιωάννης θεώρησε ως σπουδαιότερο έργο του, καθώς και ο ίδιος ήταν ορφανός και ζήτησε να ταφεί μπροστά στην πρότυπο δημοτική σχολή.
Επίσης μεταφράζονται βιβλία στα καραμανλίδικα, ενώ στήνεται ακόμη και τυπογραφείο και βιβλιοθήκη. Στη μονή αυτή εξορίζονται καθαιρεμένοι από την Πύλη Οικουμενικοί Πατριάρχες και άλλοι μητροπολίτες. Το επισκέπτονταν υψηλοί επισκέπτες όπως ο ηγεμόνας Μολδοβλαχίας Καλλιμάχιος ή ο πρίγκιπας Δημήτριος Μουρούζης.
Όπως συνοψίζει η συγγραφέας «η Ροδοκανάκειος Ιερατική Σχολή αναδείχθηκε σε Διδασκαλείο, όπου εκπαιδεύονταν οι διδάσκαλοι της Μ. Ασίας. Ομοίως και το Κεντρικό Παρθεναγωγείο αναδείχθηκε σε Σχολή Νηπιαγωγών, με την οικονομική ενίσχυση του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας και τροφοδοτούσε με νηπιαγωγούς και δασκάλες τις κοινότητες της Καισάρειας και των γειτονικών επαρχιών, Οι απόφοιτοι αυτών των εκπαιδευτηρίων μόρφωσαν χιλιάδες χριστιανόπουλα στις κοινότητες της Μ. Ασίας. Από την άποψη αυτή η Μονή αποτέλεσε το μεγάλο εθνικό κέντρο που συνετέλεσε τα μέγιστα στον εξελληνισμό της κεντρικής Μ. Ασίας» (σελ. 73).
Ο αγώνας για την πνευματική ανύψωση των Ελλήνων της Καππαδοκίας, και όχι μόνον, ήταν για τους μοναχούς, διττός. Τόσο απέναντι στην οθωμανική σκλαβιά, όσο και στην δράση των προτεσταντών μισσιονάριων, που είχαν διεισδύσει για τα καλά στην Μικρά Ασία και προσηλύτιζαν ορθοδόξους και Αρμένιους, χρησιμοποιώντας τα άφθονα υλικά μέσα που διέθεταν αλλά και την αμορφωσιά που επικρατούσε.
Η μονή, όμως, λόγω της δράσης της αποτελούσε και στόχο των Οθωμανών, που επέδραμαν εναντίον της, όπως έγινε μετά την επανάσταση του 1821, όταν λεηλατήθηκε. Έχει μάλιστα εξαιρετικό ενδιαφέρον να μελετήσουμε ποια είναι η συμμετοχή κατοίκων της Καππαδοκίας στην μεγάλη παλιγγενεσία του έθνους.
Στο βιβλίο παρατίθενται στοιχεία για φιλικούς αλλά και κάποιους που αγωνίστηκαν στην επανάσταση, όπως του Σινασίτη Λάζαρου Παπάζογλου, ο οποίος έφυγε από την Κωνσταντινούπολη και μετέβη στην Πελοπόννησο για να καταταγεί στον ελληνικό στρατό και να πολεμήσει υπέρ της ελευθερίας του έθνους. Για την πράξη του αυτή απόλαυε της γενικής εκτίμησης και του σεβασμού των συγχωριανών του, ακόμη και του μητροπολίτη Καισαρείας (σελ. 163).
Συγκλονιστική είναι και η περιγραφή όπου ένας Φιλικός ντυμένος δερβίσης επισκέφθηκε το σπίτι της οικογένειας Μποσταντζόγλου στην κοινότητα της Κερμίρας, πατρίδα και του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη Ηλία Καζάν για την ταινία του Αμέρικα-Αμέρικα.

Όταν οι χωριανοί άκουσαν τον Φιλικό, που απήγγειλε και πατριωτικά ποιήματα, συγκινήθηκαν, συγκέντρωσαν φλουριά και κοσμήματα για τις ανάγκες του αγώνα. «Έκτοτε η οικογένεια Μποστατζόγλου θεωρούσε το δωμάτιο ιερό και απέφευγε να το χρησιμοποιεί, διότι είχε τελεσθεί μια ‘‘μυσταγωγία’’ στον χώρο» (σελ. 161).
Φέτος επισκεφθήκαμε με τον πατριάρχη την επιβλητική εκκλησία της Παναγίας με το εντυπωσιακό καμπαναριό, που έχουν αφεθεί στην φθορά του χρόνου και τον ιερόσυλων. Δυστυχώς, δεν κατανοούν πολλοί ότι τα ρωμαίικα μνημεία και οι χριστιανικές εκκλησίες στην Ανατολή είναι πολύτιμη κληρονομιά για τους νυν κατέχοντες, αλλά και μνημεία του οικουμενικού πολιτισμού.
Η λάμψη της μονής, πάντως, ήταν τέτοια, που ακόμη και οι Μωαμεθανοί την επισκέπτονταν και μάλιστα σε ορισμένη ημέρα, πιστεύοντας ότι θα γιατρευθούν. «Κάθε Πέμπτη έρχονταν καραβάνια ολόκληρα Τούρκων από τα γύρω χωριά, μεταφέροντας τους ασθενείς τους. Άλλοι εκοιμώντο στην αυλή και άλλοι στην υπόγεια εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα. Ο παπάς τους «διάβαζε» την ευχή χαράματα της Παρασκευής και στη συνέχεια αναχωρούσαν για τα χωριά τους, αφού προσέφεραν τα πεσκέσια τους: κότες, κοκόρια και αρνιά» (σελ. 65).
Όπως σωστά αναφέρει η συγγραφέας «η βυζαντινή παράδοση επέζησε στην οικονομική οργάνωση, στη λαϊκή θρησκεία και στην οικογενειακή ζωή. Με την πάροδο των αιώνων, οι μουσουλμάνοι υιοθέτησαν στοιχεία από τις λατρευτικές συνήθειες και τη λαϊκή πίστη των χριστιανών» (σελ. 66).
Ομολογώ, ότι μου προκάλεσε ευχάριστη έκπληξη το γεγονός ότι σχεδόν πια έναν αιώνα από την μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, στα Ποτάμια, το χωριό του Αγίου Γεωργίου, στα δίπατα παλιά ρωμαίικα αρχοντικά, που σήμερα κατοικούνται από Τούρκους, βλέπει κανείς ανάγλυφους δικέφαλους αετούς.
Μαζί, όμως, με την εκκλησία, καθοριστική ήταν η συμβολή των κοινοτήτων, οι οποίες συσπειρωμένες γύρω από την εκκλησία, είχαν αναπτύξει του δικούς τους θεσμούς, τη δική τους ιεραρχία. Ήταν μικρά κύτταρα ενός τεράστιου οργανισμού που είχε ως κέντρο του το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και αναπτυσσόταν σε περιβάλλον σκλαβιάς, προστατεύοντας τα μέλη του από τις αυθαιρεσίες της εξουσίας και τονώνοντας την εθνική συνείδηση κυρίως μέσω της παιδείας.
Για το λόγο αυτό και απομακρυσμένες περιοχές όπως η Καππαδοκία, ποτέ δεν αποκόπηκαν από τον κορμό του γένους. Παρέμειναν μέχρι και το 1923 ως ζωντανό του κομμάτι, συμμέτοχο στην μεγάλη εθνική περιπέτεια, έχοντας βέβαια τις ιδιαιτερότητες του τόπου και των πληθυσμιακών αναλογιών.
Στο πλαίσιο αυτό ιδρύθηκαν και οι πολυάριθμες αδελφότητες, είτε των ξενιτεμένων είτε των ντόπιων. Στο βιβλίο αναφέρονται η Καππαδοκική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα, η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα «Η αρωγός του λύχνου - Αρμονία» από τους Κερμιριώτες της Πόλης, η «Ομόνοια» των Μουταλασκηνών, αλλά και στην Καισάρεια η «Αθηνά», και στο Ζίντζίδερε η «Ένωσις Φλαβιανών» (σελ. 95).
Θα ήταν παράλειψη, ωστόσο, να μην αναφέρουμε ως έναν από τους παράγοντες αυτής της γενικής προσπάθειας της πνευματικής και εθνικής αφύπνισης τη δράση των ευεργετών του έθνους.
Ο Θεόδωρος Εμμανουήλ Ροδοκανάκης, που χάρη στη δική του ετήσια χρηματοδότηση 5 χιλ. φράγκων ιδρύθηκε και λειτούργησε η ομώνυμη αρχικώς σχολή στην Μονή, ο περιβόητος τραπεζίτης Γεώργιος Ζαρίφης, ο μουταλασκινός τραπεζίτης Συμεωνάκης Σινιόσογλου, και άλλοι, εκατοντάδες περισσότερο ή λιγότερο γνωστοί, που θεώρησαν υποχρέωσή τους να χρησιμοποιούν μέρους του πλούτου τους για το κοινό καλό. Κάτι που το έχουμε ανάγκη και σήμερα, σε διαφορετικές συνθήκες, αλλά που δυστυχώς είναι είδος εν ανεπαρκεία.

Το βιβλίο της Κατερίνας Νικολαίδου Ντανάση, Καισάρεια, είναι ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, ιδιαίτερα για όσους έλκουμε καταγωγή από τις αλησμόνητες πατρίδες της καθ’ ημάς Ανατολής. Προσωπικά αναμένω με ενδιαφέρον το δεύτερο τόμο της τριλογίας.
Ευχαριστώ τη συγγραφέα για την τιμή να είμαι εκ των παρουσιαστών -άρα και αναγνωστών του βιβλίου της- και εύχομαι να είναι καλοτάξιδο!

back to top