Menu
A+ A A-
Μάξιμος Δευτος 3
 
Λάρισα, 21 Φεβρουαρίου 2020
 
Παρουσίαση
από τον Μάξιμο Χαρακόπουλο
του βιβλίου του Θοδωρή Δεύτου «το πέρασμα αντίκρυ»
 

Διαβάζοντας το βιβλίο του Θοδωρή Δεύτου κάθε Έλληνας νοιώθει να τον πλημμυρίζουν αισθήματα αγανάκτησης, θλίψης και ενοχών. Αγανάκτηση για την απίστευτη και ακατανόητη βαρβαρότητα που μπορεί να εκδηλώσουν οι άνθρωποι όταν βρεθούν στις ιδιαίτερες συνθήκες που δημιουργεί ένα ιδεολογικό και κοινωνικό σύστημα. Γιατί μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου, και τα λόγια των πρωταγωνιστών του βορειοηπειρωτών, ξεδιπλώνεται με την πλέον δραματική παραστατικότητα η στρέβλωση των ανθρώπινων ψυχών μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνίας-φυλακής, όπως ήταν η Αλβανία του Χότζα.
Εκεί που απαγορευόταν όχι μόνον η ελεύθερη δράση, αλλά και η ελεύθερη σκέψη, μια δυστοπία χειρότερη ακόμη από την κόλαση του 1984 του Όργουελ. Είναι ασύλληπτο το τι μπορεί να μηχανευτεί ο ανθρώπινος νους για να βασανίσει τον συνάνθρωπό του.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου βρίθουν οι αφηγήσεις για τις εικονικές εκτελέσεις, τα κάθε είδους βασανιστήρια και μαρτύρια -που μόνον αρρωστημένα μυαλά μπορούν να επινοήσουν- οι στημένες δίκες από αμόρφωτους δικαστές, μαριονέτες του καθεστώτος, που το μόνο που δεν απέδιδαν ήταν δικαιοσύνη.
H διαφθορά είχε φθάσει μέχρι το μεδούλι και παντού κυριαρχούσε το ψεύδος π.χ. έλεγαν στον κόσμο ότι στη Δύση πεινάνε και ότι η Αλβανία ταΐζει τη Γερμανία με πράσα! (σελ. 439). Η διαβολή, η κλεψιά, η ανηθικότητα ήταν καθημερινότητα για ο καθεστώς, καθώς «υπήρχαν δάσκαλοι που ψάρευαν ακόμη και τους μαθητές, για το τι συζητούσαν σπίτι» (σελ. 43). Η ατομικότητα ήταν λέξη απαγορευμένη, και πάνω από όλα κυριαρχούσε ο φόβος της τρομερής SIGURIMI, της ασφάλειας του κόκκινου αιμοσταγούς μονάρχη Χότζα.
Αναρωτιέται ο ήρωας «τι κράτος ήταν αυτό, Θεέ μου; Μα είναι ποτέ δυνατόν ένα καθεστώς να αυτονομιμοποιηθεί ώστε να φέρεται τόσο απάνθρωπα στους πολίτες του; Από πού αντλούσαν οι ηγέτες του αυτό το δικαίωμα; Έναντι ποιου ήταν υπόλογοι ώστε να διαπράττουν αυτό το ανοσιούργημα σε βάρος του λαού τους; Σε ποιόν άραγε θα έδιναν λόγο για όλα αυτά που έκαναν τα τελευταία σαράντα πέντε χρόνια που φυλάκισαν, αφάνισαν, εκτέλεσαν τον οποιονδήποτε εξέφρασε διαφορετική άποψη από αυτήν της κομματικής νομενκλατούρας;» (σελ. 21)
Κι αυτό συνέβη από την πρώτη στιγμή που ανέλαβαν την εξουσία οι δήθεν ιδεολόγοι: «το νέο καθεστώς έδειξε από την πρώτη στιγμή τη σκληρότητά του. Όποιος εξέφραζε δημόσια αντίθετη άποψη ή υπόνοια αντίθετης άποψης τον έστελναν χωρίς δισταγμό στη φυλακή, από εννέα έως δεκαπέντε χρόνια. Δεν τους ένοιαζε τι θα γίνει πίσω η φαμίλια, δεν τους ενδιέφερε πως θα μεγαλώσουν τα παιδιά». (σελ. 42)
Κάποιοι ακόμη επιμένουν, ειδικά στη χώρα μας όπου οι ιδεοληψίες όπως φαίνεται έχουν βρει πολύ εύφορο έδαφος για να φύονται, ότι η ιδέα του κομουνισμού ήταν καλή, η εφαρμογή ήταν λάθος. Κι όμως, πουθενά όπου εφαρμόστηκε ο κομουνισμός δεν έφερε την ευτυχία στους ανθρώπους, πουθενά δεν έφερε την ισότητα, πουθενά δεν έφερε τη δημοκρατία. Μόνον ανισότητα, ανελευθερία και δυστυχία.
Το δεύτερο ισχυρό συναίσθημα, λοιπόν, που σου μεταδίδει η γραφίδα του Δεύτου είναι αυτό της ανείπωτης θλίψης για τα δεινά του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Αυτού του περήφανου, ηρωικού, εργατικού, προκομένου και αναπόσπαστου από τον υπόλοιπο κορμό τμήματος του ελληνισμού. Οι Ηπειρώτες που κράτησαν την πατρίδα τους βαθιά μέσα τους, όπου κι αν ήταν, όπως ο Οδυσσέας του βιβλίου στην μακρινή Αμερική.
Περιγράφονται στο βιβλίο με αδρές γραμμές ο πλούτος και η ανάπτυξη αυτής της κομβικής περιοχής στα προπολεμικά χρόνια, με έναν ελληνισμό ακμαίο, συνδεδεμένο με τα υπόλοιπα κέντρα του Γένους εμπορικά και πνευματικά, με τα καταστήματα, τα σχολειά και τις εκκλησιές του. Με ανθρώπους υπερήφανους, ντόμπρους και δημιουργικούς, που η ιστορία τους αδίκησε.
Γιατί, όπως αναφέρει και ο συγγραφέας οι ιστορικές περιπέτειες έφεραν την Βόρειο Ήπειρο τρεις φορές να απελευθερώνεται και τρεις φορές να χάνεται γιατί αυτή ήταν η θέληση άλλων. Κάθε φορά να σηκώνονται οι γαλανόλευκες και κάθε φορά να έρχεται η απογοήτευση, όπως έγινε και με το έπος του 1940 όταν, όπως γράφει ο Δεύτος «οι Έλληνες της μειονότητας πανηγύρισαν με τρελό ενθουσιασμό την είσοδο του ελληνικού στρατού στις πόλεις τους. Οι ελληνικές σημαίες, που φυλάγονταν χρόνια και χρόνια στα μπαούλα γι’ αυτή την ιερή, ευλογημένη ώρα, την ώρα της απελευθέρωσής τους, από το ζυγό βγήκαν και κυμάτισαν ξανά περήφανες». (σελ. 112)
Δυστυχώς, την επαύριον του πολέμου, η Ελλάς αν και μια από τις νικήτριες χώρες, λόγω του διεθνούς παζαριού δεν πήρε τη Βόρειο Ήπειρο και την Κύπρο. Και για τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου άρχισε ένας διαρκής Γολγοθάς, μια σταύρωση δεκαετιών.
Το μίσος κατά της εθνικής ελληνικής μειονότητας εκ μέρους του καθεστώτος ήταν απύθμενο. Όλα τα μέλη της ήταν ύποπτοι για κατασκοπία υπέρ της Ελλάδας. Ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα μπήκαν στα σύνορα και τοποθετήθηκαν φύλακες από τον βορρά της Αλβανίας, με ανθρώπους δηλαδή εχθρικούς, όπως λέει και ο συγγραφέας.
Αμέσως, ξεκίνησαν οι φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, οι διώξεις, οι παρακολουθήσεις, η πιο στυγνή καταπίεση που μπορεί κάποιος να φανταστεί. Και γρήγορα, το 1955, τους αφαιρέθηκαν και τα περιουσιακά στοιχεία, μέσω της κολεκτιβοποίησης, αφήνοντάς τους στην πιο μεγάλη ανέχεια. Αλλά ο ελληνισμός άντεξε, και άντεξε ηρωικά κρατώντας ψηλά την ταυτότητά του, με ένα ήθος σπάνιο, κόσμημα για όλη την ελληνική ιστορία.
Οι περιγραφές στο βιβλίο του Δεύτου είναι συγκλονιστικές. Όπως για τον υπέροχο Κίτσιο που, μπροστά στα άψυχα κορμιά των δύο νέων Βορειοηπειρωτών που δολοφονήθηκαν καθώς προσπάθησαν να διαφύγουν και τα έσερνε το τρακτέρ, φώναξε «ζήτω η Ελλάς», για να μείνει 20 χρόνια φυλακισμένος. (σελ. 52) ή του Πήλιου από την Χειμάρα, που εκτελέστηκε στη φυλακή-κολαστήριο του Καλιά, ψέλνοντας τον εθνικό ύμνο (σελ. 215).
Για τους Χειμαριώτες, που ακόμη και σήμερα δεν τους περιλαμβάνουν στην εθνική μειονοτική περιοχή, γιατί «ήταν οι πιο τρελοί, οι πιο ξεροκέφαλοι, οι πιο επαναστάτες». Αυτούς που τους σκότωναν στο ξύλο και φώναζαν τα βράδια από τα κελιά τους ζήτω η Ελλάδα! (σελ. 314).
Γι’ αυτούς που εξεγέρθηκαν στο κολαστήριο του Σπατς την άνοιξη του 1973, σε μια πρωτοφανή πράξη για τα αλβανικά κομουνιστικά δεδομένα, που καταπνίγηκε από τις επίλεκτες δυνάμεις του δικτάτορα -και για την οποία ο Δεύτος αφιερώνει πολλές σελίδες.
Για όλους αυτούς που τόλμησαν να περάσουν τα σύνορα, αψηφώντας τον κίνδυνο, άλλοι βρίσκοντας τον θάνατο και άλλοι την ελευθερία. Για όλους τους «θιγμένους» Βορειοηπειρώτες, που χαρακτηρίστηκαν εχθροί του καθεστώτος και υπέστησαν την σκληρή καταπίεση και έμειναν όρθιοι.
Κι όλα αυτά δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι επινόηση, είναι αλήθεια, είναι ιστορία, έστω και αγνοημένη. Όπως του δάσκαλου Μηνά Πάρα (σελ. 262) -ο οποίος επίσης αναφέρεται στο βιβλίο- που συνελήφθη σε ηλικία 31 ετών, που έμεινε έκτοτε στις φυλακές, στις εξορίες, στα καταναγκαστικά έργα και στα μπουντρούμια των βασανιστηρίων επί 46 χρόνια, από το 1945 μέχρι το 1991, σε ηλικία 78 ετών. Αυτόν που η Ελλάδα μετά δεν τον θεώρησε συνταξιοδοτήσιμο εκπαιδευτικό, μολονότι τον μισθοδοτούσε προπολεμικά επί δεκαετία ως ελληνοδιδάσκαλο και πέθανε στις ΗΠΑ, με ανεκπλήρωτο το όνειρό του να αφήσει την τελευταία του πνοή στην πατρίδα.
Και εδώ έρχεται το τρίτο συναίσθημα, της δικής μας της ενοχής, δηλαδή του ελληνικού κράτους, της ελληνικής κοινωνίας. Έστω κι αν δεν έχουμε όλοι την ίδια ευθύνη. Η ενοχή υπάρχει γιατί δεν κάναμε τίποτε όλα αυτά χρόνια για να βοηθήσουμε τους αδελφούς μας που υπέφεραν. Κι αυτό το παράπονο επαναλαμβάνεται πάλι και πάλι από όλους τους πρωταγωνιστές του βιβλίου. Ένα παράπονο για την Ελλάδα που πέθαναν γι’ αυτήν αλλά αυτή τους ξέχασε, αδιαφόρησε. «Η Ελλάδα μας εγκατέλειψε μόνους και απροστάτευτους» λένε και ξαναλένε (σελ. 53). Γιατί άραγε;
Όπως γράφει ο συγγραφέας «Για όλες τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις το θέμα της Βορείου Ηπείρου ήταν νεκρό, ανύπαρκτο, λες και εκεί δεν ζούσαν αδέρφια μας και μάλιστα κάτω από απάνθρωπες συνθήκες». (σελ. 172) Πώς να διαφωνήσεις με την κραυγή διαμαρτυρίας «Ντροπή και αηδία» γιατί «ένα κομμάτι του ελληνισμού, που άντεξε όσο κανένα τη σκλαβιά των Οθωμανών για πεντακόσια χρόνια, διαφυλάσσοντας την πίστη, την γλώσσα και τις παραδόσεις του σε τέτοιο βαθμό, που είναι άξιο θαυμασμού, αντί να σπεύσει να το αγκαλιάσει η μητέρα πατρίδα, το άφησε μόνο και αβοήθητο…» (σελ. 63).
Εδώ όμως άλλες ήταν οι ιδεολογικές προτεραιότητες, άλλοι οι προσανατολισμοί της κοινωνίας, της πολιτικής. Σε αυτά τα πέτρινα χρόνια, όπως γράφεται στο βιβλίο, «αν μιλούσες για Βόρειο Ήπειρο, σε χαρακτήριζαν ακροδεξιό. Ό,τι ήταν αντίθετο στην αριστερή ιδεολογία καιγόταν χωρίς πολλή συζήτηση». (σελ. 181).
Έτσι, λοιπόν, λίγες ήταν οι φωνές αφύπνισης, που κρατούσαν αναμμένο το κερί της ελπίδας, όπως του μακαριστού Σεβαστιανού Μητροπολίτη Δρυινουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης, που μόνος του ξεκίνησε τον αγώνα για την Βόρειο Ήπειρο, ενημερώνοντας τη διεθνή κοινότητα, τελώντας αγρυπνία στην Ιερά Μονή Μολυβδοσκεπάστου κάθε 15αυγουστο και την Ανάσταση στο ακριτικό χωρικό Μαυρόπουλο απέναντι από την Δρόπολη Αργυροκάστρου.
Και ήταν πράγματι ανάταση ψυχής για τους σκλαβωμένους αδελφούς μας οι ήχοι από το Χριστός Ανέστη που άκουγαν κρυφά μέσα από τις γρίλιες των παραθύρων τους. Γιατί κι αυτό ακόμη το ιερό δικαίωμα του θρησκεύειν είχε καταργηθεί δια νόμου από το 1967, τότε που οι ναοί έγιναν αποθήκες και δήθεν πολιτιστικά κέντρα, τότε που ξύρισαν, βασάνισαν και σκότωσαν τους ιερείς και οι Βορειοηπειρώτες έκρυψαν τις εικόνες και προσεύχονταν στην Παναγία. Αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την αδιάσπαστη σχέση Γένους και Ορθοδοξίας, που κάποιοι νεόκοποι ιστορικοί αμφισβητούν.
Το μένος του χοτζικού καθεστώτος ήταν τέτοιο που πέταξε και τους σταυρούς από τα νεκροταφεία. Αλλά όπως λέει ο συγγραφέας «ο πολιτισμός ενός τόπου φαίνεται από το πώς τιμάς τους νεκρούς σου». (σελ. 369) Όμως, η φωνή του Σεβαστιανού ήταν κυριολεκτικά εν τη ερήμω μιας Ελλάδας που ακόμη φαντασιωνόταν σοσιαλιστικούς παραδείσους. Μέχρι που οι ψευδαισθήσεις έγιναν σμπαράλια, μαζί με το τείχος του Βερολίνου. Και τις στιγμές εκείνες τις ξαναβλέπουμε σήμερα 30 χρόνια μετά, αλλά έχουμε ξεχάσει το τι συνέβη στο δικό μας τείχος, εκεί στην Κακαβιά, όταν πέσανε τα ηλεκτροφόρα σύρματα, όταν το καθεστώς κατέρρευσε και τα κύματα των σκλάβων εισέρευσαν στην ελληνική επικράτεια.
Εξαιρετικές οι περιγραφές του Δεύτου, συγκινούν κάθε ευαίσθητη ψυχή, από την επανένωση οικογενειών, συγχωριανών και φίλων. «Σε μια γωνιά λίγο πιο πέρα με παρέα είχε βγάλει ένα κλαρίνο στη μέση και χόρευαν ευτυχισμένοι, λυτρωμένοι ίσως, γιατί αντάμωσαν μετά από δεκάδες χρόνια δικούς τους ανθρώπους». (σελ. 86). Μάλλον, κανείς σκηνοθέτης και κανένα υπουργείο πολιτισμού δεν θα θελήσει να γυριστούν αυτές οι σκηνές σε ταινία. Γιατί δυστυχώς οι ιδεοληψίες της μεταπολίτευσης είναι ακόμη παρούσες, και δίνουν τη δική τους ερμηνεία στην πραγματικότητα.
Και εδώ είναι το ελληνικό κράτος, που δυστυχώς και μετά την πτώση του κομουνιστικού καθεστώτος της Αλβανίας δεν στάθηκε όσο έπρεπε κοντά στους αδελφούς μας της Βορείου Ηπείρου. Γιατί εκεί συνεχίστηκε και συνεχίζεται η καταπίεση, συνεχίζονται οι διώξεις, οι διακρίσεις από ένα πολιτικό σύστημα που υποτίθεται ότι έχει επιλέξει να συμβαδίσει με την προοδευμένη Ευρώπη, αλλά αυτό μόνο στα λόγια.
Γιατί στην πράξη βλέπουμε τι κάνει στη Χειμάρα, που αρπάζονται οι περιουσίες, τι κάνει στα μειονοτικά χωριά, πώς παραβιάζονται κατοχυρωμένα δικαιώματα. Το βλέπουμε κυρίως με τις δολοφονίες ομογενών στις μέρες μας. Ακόμη περιμένουμε να τιμωρηθούν οι ένοχοι. Το πνεύμα του Χότζα συνεχίζει να στοιχειώνει τους κυβερνώντες στα Τίρανα.
Πριν τελειώσω θα ήθελα να κάνω ειδική μνεία στην υπέροχη γυναίκα της Βορείου Ηπείρου. Αυτόν τον πραγματικό ήρωα της ζωής. Που στις πλάτες της άντεξε όλες τις κακουχίες, τα βάσανα, την καταπίεση, την καταστροφή. Και απέδειξε το ηθικό μεγαλείο της, την σύνεση στα όρια της σοφίας, την ακατάλυτη υπομονή, την πίστη στον θεσμό της οικογένειας που ήταν ο στυλοβάτης της. Βράχος αδιάσπαστος για το απάνθρωπο καθεστώς, μάνα και πατέρας μαζί όταν ο άντρας του σπιτικού βρισκόταν στις φυλακές ή έφευγε από τη ζωή. Αλλά πολλές φορές και η ίδια να υφίσταται την ‘περιποίηση’ του στυγνού ολοκληρωτισμού.
Αυτή τη γυναίκα-υπόδειγμα την αναδεικνύει ο συγγραφέας με την μορφή πολλών ηρωίδων του, όπως η Όλγα, η παντοτινή αγαπημένη του Οδυσσέα, η Γόνη, η Μαργαρίτα. Η διατήρηση της ταυτότητας του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού, σε αυτές τις συνθήκες,  στηρίχθηκε στο ήθος αυτών των γυναικών.
Καταλήγοντας, θέλω να ευχαριστήσω τον συγγραφέα για την τιμή να είμαι εκ των παρουσιαστών και να τον συγχαρώ γιατί οι σελίδες του βιβλίου του γίνονται ένα ‘πέρασμα αντίκρυ’ για όλους τους Έλληνες ώστε να μάθουν τη δραματική ιστορία του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού.
Αντί επιλόγου επιτρέψτε μου να παραθέσω τα λόγια του βιβλίου: «δυνατότεροι, αυθεντικότεροι, ανιδιοτελείς πατριώτες, είναι αυτοί που δίνουν ακόμη και τη ζωή τους για την ιδέα που λέγεται ‘πατρίδα’ παρόλο που βρίσκονται έξω από τα σύνορά της, έστω κι αν τους έχει αγνοήσει επιδεικτικά η μητέρα πατρίδα». (σελ. 457)
Καλοτάξιδο!
back to top