Menu
A+ A A-

ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΟΣΧΑ 1

Μόσχα, 24 Οκτωβρίου 2018

Εισήγηση Μάξιμου Χαρακόπουλου στο 4ο Διεθνές Χριστιανικό Φόρουμ
με θέμα «Θρησκεία και ψηφιακός κόσμος»

«Σεβασμιώτατε μητροπολίτη Καζάν και Ταταρστάν κ. Θεοφάνη, εκπρόσωπε της Ρωσικής Εκκλησίας,
Σοφολογιώτατε αρχιμουφτή Συρίας κ. Αχμάντ,
Κύριες και κύριοι βουλευτές,
Κύριες και κύριοι σύνεδροι,

Κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία να βρεθώ στη Ρωσία και ιδιαιτέρως στη Μόσχα, πρέπει να ομολογήσω ότι αισθάνομαι εξαιρετικά οικεία. Εν πρώτοις, βεβαίως, αυτό οφείλεται στην αβραμιαία φιλοξενία των φίλων μας Ρώσων, που ξέρουν να κάνουν τους καλεσμένους τους να αισθάνονται σαν το σπίτι τους.

Κατά δεύτερον, όμως, θεωρώ ότι παρά τις όποιες περιπέτειες της πρόσφατης ιστορίας, η Ορθοδοξία είναι ακόμη παρούσα στη ρωσική γη. Κι αυτό εμένα ως Έλληνα μου δημιουργεί αισθήματα συγκίνησης και ικανοποίησης. Γιατί γνωρίζω ότι για να σπαρεί, να φυτρώσει και να γιγαντωθεί το δέντρο της Ορθοδοξίας στον βορρά, συνέδραμαν αποφασιστικά οι πρόγονοί μας. Κυρίως, το θρυλικό εκείνο Βυζάντιο, που, δυστυχώς, πρωτίστως από τη δυτική διανόηση παραμελήθηκε, υποτιμήθηκε ακόμη και συκοφαντήθηκε.

Κι όμως, απ’ εκεί ξεκίνησαν, από την πρωτεύουσα της ελληνικής Μακεδονίας, τη Θεσσαλονίκη, οι μεγάλοι φωτιστές των Σλάβων, Μεθόδιος και Κύριλλος. Από εκεί ο μέγας πρίγκηπας Βλαδίμηρος μετέφερε την Ορθοδοξία στην μητέρα των ρωσικών πόλεων, το Κίεβο. Κι από εκεί ήλθε ο ησυχασμός, το μεγάλο πνευματικό κίνημα που εγκαινίασε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, και επηρέασε καταλυτικά τον ρωσικό μοναχισμό.

Και δεν έπαψαν μέσα στους αιώνες, ακόμη κι όταν καταλύθηκε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και η Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη πέρασε στα χέρια των Οθωμανών, οι πνευματικές σχέσεις του ελληνισμού με τη Ρωσία.

Από το Άγιο Όρος, ιδιαίτερα, τροφοδοτείτο η πίστη και ενδυνάμωνε τις ρωσικές ψυχές. Αναφέρω ενδεικτικά από τον ερημίτη Αντώνιο, που ασκήτευσε στην Ι.Μ.Εσφιγμένου και ίδρυσε τη Λάβρα των Σπηλαίων στο Κίεβο, μαζί με τον μοναχό Θεόδοσιο τον 11ο αιώνα, μέχρι τον Άγιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι, χάριν του οποίου υπήρξε η φιλοκαλική αναγέννηση στη Ρωσία και μαθητές του ίδρυσαν τη μονή της Όπτινα, αλλά και μέχρι τις ημέρες μας.

Πρόσφατα μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα ελληνικά ένα περίφημο βιβλίο, ενός μεγάλου Ρώσου διανοητή και διπλωμάτη του Κωνσταντίνου Λεόντιεφ με τον τίτλο «Ο Βυζαντινισμός και οι Σλάβοι», δημοσιευμένο στα 1875.
Εκεί ο Λεόντιεφ, ανάμεσα στα άλλα θαυμαστά γράφει: «οι βυζαντινές ιδέες και τα αισθήματα ένωσαν σε ένα σώμα την ημιάγρια Ρωσία. Ο βυζαντινισμός μάς έδωσε τη δύναμη να επιζήσουμε από την ταταρική καταστροφή και τη μακρόχρονη υποτέλεια. Η βυζαντινή μορφή του Σωτήρος στο λάβαρο του μεγάλου ηγεμόνα κάλυψε το θρησκευόμενο στράτευμα του Δημητρίου Ντονσκόι στο πεδίο της μάχης όπου δείξαμε για πρώτη φορά στους Τατάρους ότι η Μοσχοβίτικη Ρωσία δεν είναι πιά η προηγούμενη κατακερματισμένη και διαμελισμένη Ρωσία! Ο βυζαντινισμός μάς έδωσε όλη τη δύναμή μας στον αγώνα κατά της Πολωνίας, των Σουηδών, της Γαλλίας και της Τουρκίας. Κάτω από το λάβαρό του, αν μείνουμε πιστοί σ’ αυτόν θα καταφέρουμε να αντέξουμε την ορμή ακόμη και όλης της Ευρώπης». (Σελ. 89-90).

Αυτή τη βαθιά σχέση, που είναι οπωσδήποτε αμφίδρομη και αντανακλάται και στα αισθήματα του ελληνικού λαού προς τον ρωσικό είμαστε υποχρεωμένοι να διαφυλάξουμε πάση θυσία, υπερβαίνοντας τις όποιες πρόσκαιρες δυσχέρειες παρουσιάζονται.

Πρώτον, γιατί οι ρίζες των σχέσεων αυτών είναι πολύ βαθιές, και δεύτερον, οφείλουμε να προσέχουμε ως κόρην οφθαλμού την ενότητα της Ορθοδοξίας. Ο ρόλος που έχει να παίξει σε πλανητική, οικουμενική κλίμακα είναι πιστεύω μοναδικός. Αναφέρω ως παράδειγμα την ειρήνευση στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής, την ανοικοδόμηση στις κατεστραμμένες από τον πόλεμο περιοχές της Συρίας και του Ιράκ, την αποκατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων σε όλες αυτές τις χώρες, την επιστροφή των χριστιανών προσφύγων. Και θέλω εδώ να χαιρετήσω το μήνυμα ειρήνης που εξέπεμψε με την ομιλία του ο αρχιμουφτής της πολύπαθης Συρίας.

Εν πάση περιπτώσει, οι προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου είναι πάμπολλες και σίγουρα πιο σύνθετες από αυτές και του πρόσφατου ακόμη παρελθόντος. Αν, για παράδειγμα, ζήσαμε στον 20ο αιώνα την επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων που επεδίωξαν ακόμη και να εξαφανίσουν το θρησκευτικό αίσθημα, φυλακίζοντας και εξοντώνοντας αρχιερείς, ιερείς και ποίμνιο, κατεδαφίζοντας ναούς και μονές, επιχειρώντας μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος να επιβάλουν την αθεΐα, στο τέλος είδαμε ποια ήταν η κατάληξή τους.

Σήμερα απέμειναν ως ιστορικά αντικείμενα προς μελέτη. Οι ναοί αποκαταστάθηκαν και κτίστηκαν και άλλοι, περίλαμπροι, και το ποίμνιο αναγεννήθηκε και η εκκλησία βγήκε νικητής, και από τούτη τη δοκιμασία.

Τώρα, όμως, σε παγκόσμια κλίμακα, βιώνουμε μια νέα τάση, που επιδιώκει να θέσει την εκκλησία, το θρησκευτικό συναίσθημα στο περιθώριο της ζωής, να το κάνει ιδιωτική υπόθεση. Στο όνομα αυτή τη φορά της ελευθερίας και της ανεξιθρησκείας, όπως είπε και ο μητροπολίτης Θεοφάνης.

Το διαπιστώνουμε στην Ελλάδα, αλλά νομίζω ότι είναι διαδεδομένες αυτές τις αντιλήψεις, στον καιρό της παγκοσμιοποίησης. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια προσέγγιση, ακυρώνει το ίδιο το νόημα της Εκκλησίας, ως ενιαίο σώμα πιστών. Την υποβιβάζει στο επίπεδο ενός οποιουδήποτε συλλόγου, ομάδας ή κόμματος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η προσπάθεια υποβοηθείται και από τη γενικευμένη σύγχυση που προκαλεί η υπερπληροφόρηση. Ένας χείμαρρος καθημερινών πληροφοριών, χρήσιμων ή μη, κατακλύζει το μυαλό του ανθρώπου. Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν αυτό να γίνεται κάθε στιγμή, από οποιονδήποτε, για οποιοδήποτε ζήτημα. Αυτό, βεβαίως, έχει και τις θετικές του πλευρές. Δίνει νέες δυνατότητες μόρφωσης, ενημέρωσης, επικοινωνίας. Οι δυνατότητες άντλησης ιδεών και γνώσης είναι απεριόριστες.

Κατά πόσο, όμως, ο μέσος άνθρωπος μπορεί να τις διαχειριστεί με τρόπο που να μην τον καταστήσουν υποχείριο ψευδούς προπαγάνδας; Κάτι που, δυστυχώς, το βλέπουμε να συμβαίνει σε ολοένα ανησυχητικότερες διαστάσεις, με τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης σύμφωνα με τις διαθέσεις κάποιων κύκλων που ελέγχουν τα ΜΜΕ ή ασκούν επιρροή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τι έχει να αντιτάξει η Ορθοδοξία απέναντι σε αυτό το τσουνάμι που παρασύρει τα πάντα στο διάβα του, και ιδίως τις πιο ευάλωτες κατηγορίες του πληθυσμού που είναι οι νέοι; Θεωρώ ότι το πρώτιστο που προβάλει είναι το μέτρο. Δηλαδή, ότι αποδεχόμενοι την τεχνολογία δεν θα πρέπει να γίνουμε σκλάβοι της. Και αυτό μερικές φορές το διαπιστώνουμε ακόμη και εντός των τειχών.

Για παράδειγμα, είναι συχνές οι φορές που κατά την τέλεση των μυστηρίων πιστοί ή και ιερείς ακόμη καταγράφουν με κινητά τηλέφωνα την ώρα των ιερών πράξεων. Μια τέτοια, όμως, στάση ακυρώνει το ίδιο το νόημα της ιερουργίας, η οποία προϋποθέτει την κατάνυξη, δηλαδή την άμεση συμμετοχή του πιστού, κι όχι μέσω του μέσου. Μπορεί να παρακολουθούμε από την τηλεόραση ή τον υπολογιστή μια λειτουργία, αλλά ποτέ αυτή δεν θα υποκαταστήσει την ίδια τη συμμετοχή στο εκκλησίασμα, με όλες μας τις αισθήσεις.

Εντέλει, αυτό ισχύει και για τις κάθε είδους κοινωνικές σχέσεις. Χωρίς την αμεσότητα η σχέση μένει ανάπηρη. Και είναι λυπηρό όταν βλέπουμε παιδιά που αντί να παίξουν μαζί ζωντανά, κάθονται και βυθίζονται το κάθε ένα μόνο του στην εικονική πραγματικότητα ενός τάμπλετ ή ενός iphone.

Κύριες και κύριοι σύνεδροι,
Είμαι βέβαιος ότι, παρά τα πολλά σύννεφα που έχουν μαζευτεί στον ουρανό της ανθρωπότητας, αυτή θα βρει τον δρόμο προς την αλήθεια. Η ιστορία αυτό μας έχει διδάξει. Και πιστεύω ότι η Ορθοδοξία, όπως έκανε και στο παρελθόν, θα δείχνει το δρόμο της Αληθείας και της Ελπίδος, το δρόμο του Μέτρου και της Ισορροπίας σε κάθε εποχή. Εμείς οφείλουμε να γίνουμε τα ζωντανά παραδείγματα αυτού του Μέτρου, υπερνικώντας τους πειρασμούς της απόκλισης προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας».

back to top