Menu
A+ A A-
ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΙΛΩΝ 2 22.11.2019 1
Αθήνα, 23 Ιανουαρίου 2020

Ομιλία
Μάξιμου Χαρακόπουλου
στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση το σχεδίου νόμου του υπουργείου Εσωτερικών για την «εκλογή βουλευτών»

«Κύριε  Ζαχαριάδη,
δεν ξέρω αν ήταν μειοψηφικά ποσοστά το 54% του Κωνσταντίνου Καραμανλή το ’74, το 47% του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη του ’90, το 45% του Κώστα Καραμανλή το 2004 ή το 40% του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2019!
 
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
 
Επιτρέψτε μου πριν ξεκινήσω την ομιλία μου να εκφράσω τα συγχαρητήριά μου και από το βήμα της Βουλής στη νέα πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η ευρεία συναίνεση στο πρόσωπό τηςαναμφίβολα είναι ένα βήμα ωριμότηταςγια το πολιτικό μας σύστημα.
Κάτι που άλλωστε αποδείχθηκε και με τη σχεδόν καθολική πλειοψηφία που εγκρίθηκε η ψήφος για τους αποδήμους. Με αυτές τις κινήσεις, που έχουν κι έναν συμβολικό χαρακτήρα, δίδεται το μήνυμα πως η ελληνική κοινωνία μπορεί να αφήσει πίσω της τις διχαστικές λογικές και τους άγονους διαξιφισμούς.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας συνεχίζει σταθερά να υλοποιεί τις προεκλογικές της δεσμεύσεις, χωρίς να αιφνιδιάζει, με μοναδικό κριτήριο τον εκσυγχρονισμό της χώρας, την ανάπτυξη της οικονομίας και την πολιτική σταθερότητα, σε κλίμα ασφάλειας και εμπιστοσύνης.
Το έχει αποδείξει με το πυκνό νομοθετικό έργο το προηγούμενο διάστημα με μέτρα που απολαμβάνουν, όπως δείχνουν όλες οι μετρήσεις της κοινής γνώμης, την αποδοχή της μεγάλης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας,
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το σημερινό νομοσχέδιο για τον νέο εκλογικό νόμο. Κι έρχεται εσκεμμένα στο πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης, με προφανή σκοπό να υπάρξει στον ορίζοντα ένα καθαρό πολιτικό τοπίο.
Αφήνοντας στο παρελθόν τα συνήθη τερτίπια με τις αιφνιδιαστικές αλλαγές των εκλογικών νόμων λίγο πριν τις εκλογές, και σύμφωνα πάντα με τις υστερόβουλες επιδιώξεις του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της λογικής που ήθελε τον εκλογικό νόμο να χρησιμοποιείται ως άσσος στο μανίκι της κυβέρνησης ήταν ο γνωστός ως νόμος Κουτσόγιωργα, που το 1989 προσπάθησε εναγωνίως να αποτρέψει τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Η χώρα εξαναγκάστηκε να σέρνεται επί μήνες σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, και η ΝΔ ως πρώτο κόμμα έπρεπε να φθάνει στο 47% για να σχηματίσειοριακή κυβερνητική πλειοψηφία.
Ποιόν ωφέλησε αυτή η κατάσταση, που εκτροχίασε τη χώρα για ένα κρίσιμο διάστημα, και έκανε μια κυβέρνηση που είχε ψηφίσει ο μισός ελληνικός λαός να πορεύεται με μια ισχνότατη πλειοψηφία του ενός βουλευτή, εκτός ίσως από όσους συνεχίζουν να βλέπουν με τα μικροκομματικά τους ματογυάλια την πραγματικότητα;
Το ίδιο ζήσαμε με την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που βλέποντας να έρχεται βέβαιη η ήττα αλλά και η αδυναμία κυβερνητικής επανάκαμψης, ψήφισε το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής με τη λογική γαία πυρίμειχθήτω…
Γιατί παρά την φετιχοποίηση εκ μέρους της αριστεράς, διαχρονικά, της απλής αναλογικής, που παρουσιάζεται σχεδόν ως το φάρμακο δια πάσαν νόσον, η πράξη έχει δείξει ότι εδώ βρίσκεται η συνταγή της σίγουρης αποτυχίας.
Παρ’ όλες τις καλές προθέσεις, το πιθανότερο είναι να οδηγηθούμε σε ατέρμονες συναλλαγές μεταξύ των κομματικών σχηματισμών, σε συνεχές δούναι και λαβείν -ιδιαίτερα όταν οι κυβερνητικοί συνασπισμοί δεν εδράζονται σε προγραμματικές συμφωνίες, αλλά σε καιροσκοπισμούς μεταξύ κομμάτων με τεράστιες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές.
Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης που ζήσαμε πρόσφατα και με την ετερόκλητη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αποβαίνει μοιραία εις βάρος του πολιτικού συστήματος και εν τέλει της ίδιας της χώρας.
Ας αναρωτηθούμε όλοι, λοιπόν, πέρα από τις όποιες θεμιτές κομματικές επιδιώξεις, αν η Ελλάδα, μετά από μια δεκαετία βαθιάς δομικής κρίσης, κατά την οποία και το πολιτικό σύστημα δεινοπάθησε, έχει την πολυτέλεια να ξαναμπεί σε νέες περιπέτειες με άδηλο μέλλον,
Εξάλλου, μια ισχυρή κυβέρνηση αποδεδειγμένα είναι ευεργετική και απαραίτητη για την οικονομία, καθώς απαιτούνται άμεσες αποφάσεις και ταχύτατα ανακλαστικά σε ένα σύνθετο εξωτερικό περιβάλλον και μια δυσχερή εσωτερική κατάσταση.
Την αναγκαιότητα αυτήν την διαπιστώνουμε, άλλωστε, εκ των θετικών συνεπειών που καταγράφονται στους 6 πρώτους μήνες διακυβέρνησης του τόπου από μια ισχυρή κυβέρνηση με ξεκάθαρους στόχους.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη νομοθετεί, λοιπόν, με κριτήριο την ασφάλεια και το αύριο του Έλληνα πολίτη, επιδιώκει να περιορίσει τις πιθανότητες διολίσθησης σε καταστάσεις αστάθειας. Χωρίς αυτό ωστόσο, να σημαίνει ότι μειώνει ή αλλοιώνει τηδημοκρατικότητα της εκλογικής αντιπροσώπευσης.
Για τον λόγο αυτό ένα κόμμα για να πάρει μπόνους βουλευτών, πρέπει να ξεπερνά το 25%, ενώ το μπόνους θα αυξάνεται ανάλογα με το ποσοστό που θα λαμβάνει το πρώτο κόμμα.
Ουσιαστικά για να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση το πρώτο κόμμα, λαμβάνοντας το μπόνους των 50 βουλευτών, πρέπει να αγγίξει το 40%.
Παράλληλα, παραμένει το πλαφόν για την είσοδο ενός κόμματος στην Βουλή, ένα μέτρο που άλλωστε συναντάται σε πάμπολλα εκλογικά συστήματα άλλων χωρών, και μάλιστα με πολύ υψηλότερο πήχη.
Ο νόμος αυτός επιδιώκει να συγκεράσει επιτυχώς τα δύο κρίσιμα ζητήματα που έχει ανάγκη η πολιτική ζωή της χώρας. Κι αυτό είναι η μέγιστη δυνατή αναλογικότητα, και η κυβερνησιμότηταπου αποτρέπει την διολίσθηση σε καταστάσεις πολιτικής αστάθειας ή και χάους.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι διανύουμε μια κρίσιμη περίοδο για την πατρίδα, καθώς πέραν των οικονομικών προβλημάτων, κυριαρχεί μια πρωτοφανής ρευστότητα στο διεθνές περιβάλλον, ενώ αυξάνονται σε ανησυχητικό βαθμό οι προκλήσεις από τους εξ ανατολών γείτονες.
Η ανάγκη για σταθερή και στιβαρή κυβερνησιμότητα είναι ακόμη μεγαλύτερη απ’ ότι στο παρελθόν. Για αυτόν, επιπλέον, τον λόγο πιστεύω ότι η υπερψήφιση του εκλογικού νόμου είναι και απαίτηση των καιρών.
Σας ευχαριστώ».
 
Μπορείτε να παρακολουθήσετε την ομιλία του κ. Χαρακόπουλου στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://youtu.be/AbTC61VN9Vk 
 
back to top