Menu
A+ A A-
Super User
Fusce aliquam suscipit leo, nec tempor arcu tempus in. Suspendisse potenti. Vivamus posuere, turpis vitae egestas imperdiet, urna elit dictum. Website URL:

Μην πυροβολείτε τους αγρότες!

kathimerini_08-11-2013_

Η ευκολία με την οποία στοχοποιούνται διάφορες κοινωνικές ομάδες στην Ελλάδα δεν μπορεί παρά να προκαλεί προβληματισμό. Ιδιαίτερα όταν αυτό συμβαίνει σε μια χώρα ταλαιπωρημένη από μακρόχρονη οικονομική κρίση με αποτέλεσμα αρκετοί συμπολίτες μας να φθάνουν στα πολιτικά άκρα λόγω της οργής τους. Πρόσφατο θλιβερό παράδειγμα οι κατηγορίες που δέχθηκε ο αγροτικός κόσμος από μερίδα όσων αρθρώνουν δημόσιο λόγο. Αφορμή για τη συγκεκριμένη άδικη και ισοπεδωτική κριτική στάθηκε το νομοσχέδιο του ενιαίου φόρου ακινήτων.

Η φωνή αγωνίας δεκάδων βουλευτών της συμπολίτευσης που εξέφραζε την κραυγή απόγνωσης χιλιάδων παραγωγών, παρερμηνεύθηκε βάναυσα. Θέλω να πιστεύω ότι οι τοποθετήσεις που ακούστηκαν -οι οποίες πόρρω απέχουν από την αλήθεια- διατυπώθηκαν από άγνοια των πραγματικών δεδομένων και όχι από πρόθεση αποπροσανατολισμού.

Εμφάνισαν, λοιπόν, τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους σε θέση σκανδαλωδώς προνομιακή σε σχέση με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Και συνεχίζοντας στον ίδιο εξ αρχής λανθασμένο συλλογισμό κατέληγαν ότι αυτή η ιδιαίτερη μεταχείριση των αγροτών αποβαίνει εις βάρος των αστικών στρωμάτων. Φθάνοντας έτσι σε έναν περιττό και βλαπτικό κοινωνικό αυτοματισμό. Και στην ψευδή εικόνα αντιπαράθεσης βουλευτών περιφέρειας και «Κολωνακίου»…

Χωρίς να υπεισέλθω σε ενδελεχή ανάλυση των προτεινόμενων φορολογικών μέτρων που αφορούν στους αγρότες –άλλωστε βρισκόμαστε ακόμη σε μια δύσκολη, οπωσδήποτε, αλλά ουσιαστική επανεξέτασή τους, που ελπίζω ότι θα καταλήξει σε ένα ορθό, στο πλαίσιο του δυνατού, αποτέλεσμα- θα επισημάνω μόνον ότι:

α. Ο προτεινόμενος φόρος για τα αγροτεμάχια και τα αγροτικά κτίσματα δεν συνιστά τη μοναδική φορολόγηση των αγροτών. Οι αγρότες πληρώνουν κανονικά για τις κατοικίες τους, όπως και όλοι οι υπόλοιποι φορολογούμενοι. Δεν εξαιρούνται, όπως ξεχνούν να αναφέρουν διάφοροι αναλυτές. Και μάλιστα, ο συντελεστής για τα ακίνητά τους στην περιφέρεια είναι υψηλότερος αναλογικά με αυτόν στις αστικές περιοχές.

β. Οι αγρότες φορολογούνται για το εισόδημά τους, ενώ από το νέο έτος, η καθιέρωση βιβλίων εσόδων-εξόδων φιλοδοξεί να μηδενίσει τα όποια περιθώρια φοροδιαφυγής.

γ. Ήδη με τη μείωση της επιστροφής του ΦΠΑ που δικαιούνται, οι αγρότες έχουν συμβάλλει στον προϋπολογισμό με εξοικονόμηση 200 εκατομμυρίων ευρώ.

δ. Κτήματα και κτίσματα δεν έχουν μόνον οι κατ’ επάγγελμα αγρότες. Η Ελλάδα είναι χώρα ιδιοκτητών και αυτό έχει διαμορφώσει θετικά τη φυσιογνωμία της κοινωνίας μας. Όσοι, λοιπόν, μιλούν με ευκολία για σύγκρουση βουλευτών περιφέρειας και άστεων ας αναρωτηθούν πόσοι κάτοικοι των αστικών κέντρων έχουν ρίζες στην επαρχία με πατρικό ή κάποιο ξεχασμένο ίσως χωράφι που κληρονόμησαν και για τα οποία θα κληθούν να πληρώσουν επιπλέον φόρο.

ε. Παρά τη μανιχαϊστική λογική των κατηγόρων των βουλευτών της περιφέρειας, ότι οι τελευταίοι νομοθετούν «για τα ψηφαλάκια», στην πλειοψηφία τους αυτοί οι βουλευτές ψηφίζονται κυρίως από τον αστικό ή ημιαστικό πληθυσμό των περιφερειών τους, για τον απλούστατο λόγο ότι οι αγρότες στην Ελλάδα του 2013 έχουν περιοριστεί σε ποσοστό κάτω του 10% του πληθυσμού της χώρας.

Κι αυτό το τελευταίο είναι, πιστεύω, το σημαντικότερο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας. Όλοι συνομολογούμε ότι χρειαζόμαστε ένα νέο, υγιές, αναπτυξιακό μοντέλο, βασισμένο και στην πρωτογενή παραγωγή της χώρας, που λανθασμένες επιλογές περασμένων δεκαετιών την οδήγησαν σε συρρίκνωση. Σήμερα, όμως, μπροστά μας υπάρχει η πρόκληση για την ανασυγκρότηση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Και πρέπει να την αδράξουμε. Διότι αυξάνεται το ενδιαφέρον των νέων να ασχοληθούν με την αγροτική παραγωγή, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, ενώ η νέα ΚΑΠ θα μας δώσει τα απαραίτητα χρηματοδοτικά εργαλεία να στηρίξουμε τις προσπάθειες αυτού του παραγωγικού δυναμικού. Ήδη διαπιστώνονται θετικά δείγματα στις εξαγωγές, στο αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο, στην πιστοποίηση ποιοτικών προϊόντων. Σε ένα ζοφερό οικονομικό περιβάλλον, η γεωργία, μαζί με τον τουρισμό, δίνουν αχτίδες αισιοδοξίας. Και ενώ συμβαίνουν αυτά, εμείς θα χύσουμε τη καρδάρα με το γάλα; Θα αποθαρρύνουμε όσους θέλουν να εισέλθουν στην αγροτική παραγωγή επιβάλλοντας άδικα φορολογικά μέτρα, που δεν έχουν καν σχέση με την παραγωγή τους; Είμαι βέβαιος ότι αυτό δεν το θέλει κανένας, που αγαπάει αυτόν τον τόπο. Και πρώτα απ’ όλους αυτή η κυβέρνηση, που εν μέσω μιας από τις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις που γνώρισε η Ελλάδα, προσπαθεί να φέρει τη σταθερότητα και την ανάπτυξη. Γι’ αυτό όποιος «πυροβολεί» αδιακρίτως τους αγρότες ας έχει στο μυαλό του ότι «πυροβολεί» ταυτοχρόνως και την ελπίδα για την αναζωογόνηση της ελληνικής περιφέρειας.

 

Ο κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος είναι Αναπληρωτής Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

 

 

Ευκαιρίες και προκλήσεις της νέας ΚΑΠ

ethnos_kyriakis_177x03-11-2013

Ύψιστος στόχος της χώρας είναι, χωρίς άλλο, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η επαναφορά της σε αναπτυξιακή τροχιά. «Όλα τα σφυριά πρέπει να κτυπούν σε αυτό το καρφί!». Για να το πετύχουμε, όμως, και, κυρίως, για να θέσουμε πλέον την οικονομία σε υγιείς βάσεις, χρειαζόμαστε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, στο οποίο η πρωτογενής παραγωγή θα έχει καθοριστικό ρόλο. Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση, ενός δυναμικού πρωτογενούς τομέα είναι η ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού που θα παράγει ποιοτικά προϊόντα και θα διακρίνεται για τον εξωστρεφή του προσανατολισμό. Για τους φιλόδοξους, αλλά και εφικτούς συνάμα, στόχους, βασικό εργαλείο που διαθέτουμε παραμένει η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ).

Η ΚΑΠ, μετά από δεκαετίες θεσμικής ύπαρξης, εδαφικής διεύρυνσης και πολιτικής εμβάθυνσης της ΕΕ, συνεχίζει να συνιστά την πλέον ολοκληρωμένη κοινή πολιτική της. Αν κι έχει υποστεί κρίσιμες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις με σκοπό να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις, διατηρεί αναλλοίωτη τη βασική αποστολή της. Και η αποστολή αυτή δεν είναι άλλη από την εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου διαβίωσης για τους Ευρωπαίους αγρότες, ικανοποιώντας παράλληλα τις καταναλωτικές ανάγκες με ποιοτικά τρόφιμα. Σήμερα, η γεωργία και η βιομηχανία τροφίμων αντιπροσωπεύουν περίπου το 6% του ΑΕΠ της ΕΕ, ενώ περιλαμβάνουν 15 εκατομμύρια επιχειρήσεις και 46 εκατομμύρια θέσεις εργασίας! Ωστόσο, την ίδια ώρα, παρατηρείται μια ανησυχητική γήρανση του ευρωπαϊκού αγροτικού  πληθυσμού, καθώς 4,5 εκατομμύρια αγροτών, σε σύνολο 13,7 εκατομμυρίων, είναι ηλικίας άνω των 65 ετών, δηλαδή το 30%, ενώ μόνο το 6% των παραγωγών είναι κάτω των 35 ετών. Αυτήν, ακριβώς, την αρνητική πραγματικότητα έρχεται να αντιμετωπίσει η αναπροσαρμοσμένη ΚΑΠ.

Οι άμεσες πληρωμές, που χρηματοδοτούνται πλήρως από την ΕΕ, ισοδυναμούν με το 70% του προϋπολογισμού της ΚΑΠ και αντιπροσώπευαν, έως πρόσφατα, κατά μέσο όρο το 30% του γεωργικού εισοδήματος. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, λόγω της οικονομικής κρίσης, σε χώρες, όπως η Ελλάδα, έφθασαν να αποτελούν σχεδόν το 60%! Έτσι, οι άμεσες ενισχύσεις συνιστούν μια ζωτική ασφαλιστική δικλείδα για τους αγρότες και, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, λειτουργούν ως ένα «μαξιλάρι» για τον παραγωγό που αγωνίζεται να παράγει, και μάλιστα να παραγάγει ποιοτικό προϊόν.

Με τον τρόπο αυτό, οι άμεσες ενισχύσεις συμβάλλουν στο να μείνει ο αγροτικός κόσμος στα χωράφια και τα βοσκοτόπια, αλλά αποτελούν και εγγύηση για όσους επιθυμούν να εισέλθουν στο στίβο της πρωτογενούς παραγωγής. Ειδικότερα, στη νέα ΚΑΠ προβλέπεται έως και το 2% του εθνικού δημοσιονομικού φακέλου να δίνεται σε νέους αγρότες. Συγκεκριμένα, όσοι είναι κάτω των 40 ετών θα λάβουν κατά 25% υψηλότερες ενισχύσεις ανά εκτάριο, τα πρώτα 5 χρόνια της δραστηριότητάς τους. Κι αυτή η απόφαση θεωρούμε ότι είναι πολύ σημαντική, καθώς μόνον με συγκεκριμένα κίνητρα θα μπορέσουμε να φθάσουμε στην ηλικιακή ανανέωση του αγροτικού δυναμικού.

Ταυτοχρόνως, όμως, έχοντας διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος, οφείλουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην ορθή διαχείριση των άμεσων πληρωμών. Οι αγρότες μπορούν και οφείλουν να κεφαλαιοποιήσουν τις ενισχύσεις, επενδύοντας πρωτίστως στην ποιοτική αναβάθμιση της παραγωγής τους. Έτσι ώστε, να κερδίσουν όχι μόνον οι ίδιοι περισσότερα και σε μεγαλύτερη διάρκεια, αλλά και οι τομείς που αξιοποιούν το ποιοτικό τους προϊόν, όπως είναι η μεταποιητική βιοτεχνία, η βιομηχανία τροφίμων, η εστίαση, οι τουριστικές επιχειρήσεις κ.ά..

Χωρίς αμφιβολία, ως Ελλάδα θα πετύχουμε μόνον εφόσον αξιοποιήσουμε τα ασύγκριτα πλεονεκτήματά μας σε συνδυασμό με απαραίτητες αναβαθμίσεις στην οργάνωση της παραγωγής. Να αξιοποιήσουμε, δηλαδή τις ιδανικές κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες, την παράδοσή μας στα αγροδιατροφικά προϊόντα με υψηλή διατροφική αξία, το μεράκι των παραγωγών και εντέλει την ασυναγώνιστη ποιότητα. Και ταυτόχρονα, η ποιότητα αυτή να αποκτήσει ταυτότητα μέσω της ταξινόμησης, τυποποίησης και πιστοποίησής των προϊόντων. Τέλος, το παραγόμενο ποιοτικό προϊόν, για να ξεφύγει από τα στενά όρια της τοπικής αγοράς και να κερδίσει τη θέση του στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια αγορά, προϋποθέτει μια ορθολογικότερη οργάνωση των παραγωγών και τη σύνδεση της πρωτογενούς με τη δευτερογενή παραγωγή.

Τα πρόσφατα στοιχεία από τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων  δείχνουν ότι ο κόπος του Έλληνα αγρότη και η αξιοποίηση των συγχρηματοδοτούμενων από την ΕΕ Προγραμμάτων Ενημέρωσης και Προώθησης αγροτικών προϊόντων στην εσωτερική αγορά και σε τρίτες χώρες, πιάνουν τόπο.

Στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σε συνεργασία με τους αγρότες, ετοιμαζόμαστε για την πλήρη αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων, μέσω των χρηματοδοτικών εργαλείων της νέας ΚΑΠ, ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιούμε ριζικές τομές για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου, με γνώμονα πάντα το όφελος του παραγωγού, του καταναλωτή και του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας.

 

Ο κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος είναι Αναπληρωτής Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Η αξία του «λευκού χρυσού» της Ελλάδος

agrocapital25-10-2013_

Το βαμβάκι αποτελεί για την Ελλάδα ένα προϊόν με παράδοση αλλά και δυναμική. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού βαμβακιού μπορούν να εγγυηθούν ένα ευοίωνο μέλλον για  την καλλιέργεια, εφόσον αξιοποιηθούν σωστά και αντιμετωπίσουμε ορισμένες αδυναμίες του κλάδου. Στο ΥπΑΑΤ εργαζόμαστε, σε συνεργασία με τους εμπλεκόμενους φορείς, προκειμένου να αναβαθμίσουμε ποιοτικά το προϊόν αλλά και να πετύχουμε την ουσιαστική σύνδεση της πρωτογενούς παραγωγής με τη μεταποίηση.

Διότι το βαμβάκι είναι ένα εθνικό προϊόν, λόγω της σημασίας του στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, αλλά και ένα προϊόν με έντονα τοπικό χαρακτήρα, καθώς αποτελεί κινητήριο μοχλό για τις οικονομίες μεγάλων περιφερειών της χώρας μας όπως κυρίως η Θεσσαλία, η Μακεδονία, η Θράκη και η Στερεά Ελλάδα. Είναι το προϊόν που δίνει δουλειά σε χιλιάδες εργαζόμενους, οι οποίοι απασχολούνται σε 55.000 γεωργικές εκμεταλλεύσεις και στο μεταποιητικό τομέα, στα εκκοκιστήρια ακόμη και στη δοκιμαζόμενη ελληνική κλωστοϋφαντουργία.

Η βαμβακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα καλύπτει έκταση που κυμαίνεται από 2,5 έως 3 εκατομμύρια στρεμμάτα με παραγωγή της τάξεως 780.000 έως 900.000 τόνους συσπόρου βαμβακιού, που μεταφράζεται σε 250.000 με 300.000 τόνους εκκοκκισμένου προϊόντος. Το ελληνικό βαμβάκι κόβει επιτυχώς το νήμα των εξαγωγών, καθώς 80% με 85% του εκκοκκισμένου βάμβακος βρίσκει το δρόμο για τις αγορές του εξωτερικού. Χαρακτηριστικό της ανταγωνιστικότητάς του είναι πρώτον, η διάθεση ολόκληρης της παραγωγής στην αγορά και δεύτερον, το  θετικό ετήσιο ισοζύγιο συναλλαγών που υπερβαίνει τα 350 - 370 εκατομμύρια ευρώ τα τελευταία χρόνια.

Και όμως, υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω αξιοποίησης της ποιότητας του ελληνικού βαμβακιού. Καταρχάς, οι παραγωγοί μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν τα σημαντικά χρηματοδοτικά εργαλεία που έχουν χάρη στη συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το βαμβάκι, άλλωστε, από την ένταξη της χώρας στην τότε ΕΟΚ έτυχε "προνομιακής" μεταχείρισης. Η ειδική ενίσχυση, επί της παραγωγής πριν το 2006,  εξελίχθηκε μετά σε στρεμματική και διατηρείται και στη νέα ΚΑΠ από 01/01/2015. Ενισχύεται, λοιπόν, η προοπτική διατήρησης της βαμβακοκαλλιέργειας στη χώρα μας σε αξιόλογες εκτάσεις. Παρά τη μείωση του συνολικού προϋπολογισμού της χώρας για το βαμβάκι, από 202 σε 187 εκατομμύρια ευρώ, λόγω της "σύγκλισης" μεταξύ κρατών-μελών, η βασική έκταση της χώρας μας παραμένει στα 2.500.000 στρέμματα  με μοναδιαίο ποσό ενίσχυσης περίπου 76 ευρώ/στρέμμα.

Με δεδομένο ότι το κόστος της καλλιέργειας του βαμβακιού κατά κανόνα καλύπτεται από την απόδοση της καλλιέργειας μπορεί να θεωρηθεί ότι στον βαμβακοπαραγωγό απομένει καθαρό το ποσό της συνδεδεμένης ενίσχυσης αλλά και το επιπλέον ποσό κοινοτικής ενίσχυσης που λαμβάνει μέσω των ιστορικών του δικαιωμάτων. Μέρος αυτής της ενίσχυσης μπορεί να αξιοποιηθεί για περαιτέρω αναβάθμιση της παραγωγής. Αναβάθμιση που θα διασφαλίσει το μέλλον της βαμβακοπαραγωγής στη Ελλάδα με όρους εξωστρέφειας και υψηλής ανταγωνιστικότητας σε διεθνές επίπεδο.

Στην κατεύθυνση αυτή εξετάζουμε και σχεδιάζουμε βασικές παραμέτρους της παραγωγής και αξιοποίησης του  βαμβακιού, οι οποίες θα εξασφαλίσουν την επιτυχημένη πορεία του στο μέλλον. Κινούμαστε με στόχους: την ποιοτική αναβάθμιση της βαμβακοκαλλιέργειας, την καλύτερη οργάνωση των παραγωγών και την ισχυροποίηση της αλυσίδας τροφοδοσίας του προϊόντος.

Αξιοποιούμε πλεονεκτήματα που έχει η χώρα μας στην καλλιέργεια βάμβακος όπως η παραγωγή -ίσως μόνο στην Ελλάδα παγκοσμίως- συμβατικού και όχι γενετικά τροποποιημένου βαμβακιού. Ενώ προχωράμε στη θέσπιση Εθνικού Κέντρου Ποιοτικού Ελέγχου για τη διενέργεια επίσημης ταξινόμησης  και τυποποίησης του βαμβακιού που θα δώσει στο προϊόν ταυτότητα «υψηλού κύρους» στη διεθνή αγορά.

Αναμφίβολα στην καλύτερη οργανωτική δομή της βαμβακοκαλλιέργειας θα συμβάλλει η δημιουργία και ενίσχυση συλλογικών σχημάτων παραγωγής όπως οι Οργανώσεις Παραγωγών Βάμβακος. Ο αγροτικός συνεργατισμός μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις για οικονομία κλίμακος στο βαμβάκι, μείωση του κόστους παραγωγής και διαμόρφωση αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας παραγωγών – μεταποιητών, με πρακτικές όπως η συμβολαιακή γεωργία. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι στη νέα ΚΑΠ οι Οργανώσεις Παραγωγών θα πριμοδοτούνται με επιπλέον ενίσχυση.

Η αναβάθμιση της Διακλαδικής Οργάνωσης Βάμβακος μπορεί να στηρίξει καθοριστικά την παραγωγική διαδικασία και την προώθηση του προϊόντος στις διεθνείς αγορές. Σε αυτό το πλαίσιο, βρισκόμαστε σε δημιουργική επικοινωνία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, προκειμένου να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού βαμβακιού. Αναμφίβολα,  η σύσταση Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Βάμβακος, που θα συνδέσει θεσμικά την πρωτογενή παραγωγή (βαμβακοκαλλιέργεια) με την πρώτη μεταποίηση (εκκόκκιση βάμβακος) αλλά και την περαιτέρω μεταποιητική δραστηριότητα (κλωστοϋφαντουργία) είναι το επόμενο λογικό βήμα.

Η βαμβακοκαλλιέργεια έχει παρόν και μέλλον στην Ελλάδα. Η ποιότητα του ελληνικού βαμβακιού θα μπορεί να πιστοποιηθεί με την επίσημη ταξινόμηση και τυποποίησή του από το Εθνικό Κέντρο Ποιοτικού Ελέγχου, Ταξινόμησης και Τυποποίησης Βάμβακος προσφέροντας έτσι μεγαλύτερα οφέλη σε παραγωγούς και μεταποιητές -καθώς θα έχουν στα χέρια τους ένα προϊόν με υπεραξία- και κατ’ επέκταση στην ελληνική οικονομία. Έτσι θα ανέβει η αξία του «λευκού χρυσού» της Ελλάδος.

Ο κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος είναι Αναπληρωτής Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Η ένοχη ανοχή στην κουλτούρα της βίας

kathimerini_

09-10-2013_

Οι καταιγιστικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών γύρω από τη Χρυσή Αυγή ευλόγως χαρακτηρίζονται ως ιστορικής σημασίας. Η άμεση αντίδραση της συντεταγμένης πολιτείας μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποδεικνύει ότι οι θεσμοί, παρά το πλήγμα στην αξιοπιστία τους, που προκάλεσαν φαινόμενα διαφθοράς και η βαθιά οικονομική κρίση, λειτουργούν με  αποτελεσματικότητα. Η επιβολή του νόμου, πέρα και πάνω από πολιτικές απόψεις και ιδεολογικές πεποιθήσεις, επαναβεβαιώνει την αξία του δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο ανεύθυνα και επιπόλαια συκοφαντήθηκε από κάποιους, μέσα στο κλίμα αγανάκτησης, που επικράτησε τα τελευταία χρόνια.

Το κλίμα αυτό επέτρεψε σε μια οργάνωση με χαρακτηριστικά συμμορίας να εμφανιστεί από το σκοτεινό περιθώριο στην κεντρική πολιτική σκηνή. Και να οικειοποιηθεί ένα σημαντικό κομμάτι της ψήφου αντίδρασης, που γιγαντώθηκε ιδιαίτερα ανάμεσα στους πλέον δοκιμαζόμενους από την κρίση συμπολίτες μας, οι οποίοι παρασύρθηκαν από τις σειρήνες ενός ακραίου και ισοπεδωτικού λαϊκισμού, που έβαλλε αδιακρίτως κατά δικαίων και αδίκων. Χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι πίσω από τη μάσκα του αγανακτισμένου «πατριώτη» κρυβόταν η ιδεολογία του μίσους και του αίματος.

Ακόμη κι αν αποδώσουμε τη στροφή τμήματος της κοινωνίας σε ακραίες πολιτικές επιλογές ως αποτέλεσμα δίκαιης οργής για τα δεινά που υφίσταται από την κρίση, και πάλι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η ανοχή, πόσο δε μάλλον η στήριξη, των φορέων της βάρβαρης και ωμής βίας. Διότι οι συμπεριφορές ήταν γνωστές και απροκάλυπτες. Εντούτοις, τα δημοσκοπικά ευρήματα παρέμεναν υψηλά για τους νοσταλγούς του ναζιστικού ολοκληρωτισμού.

Στην πραγματικότητα, η ελληνική κοινωνία είχε ήδη, πολλά χρόνια πριν την ανάδυση του φαινομένου Χρυσή Αυγή, εξοικειωθεί με την εκδήλωση της βίας. Συχνά γινόμασταν μάρτυρες βίαιων επεισοδίων για οποιονδήποτε λόγο: πολιτικό ή δήθεν πολιτικό, συνδικαλιστικό ή οπαδικό. Η βία είχε καταστεί μέρος της κοινωνικής μας ζωής. Υπέστημεν, δηλαδή, ένα είδος μιθριδατισμού, καθώς στο τέλος δεν αντιδρούσαμε με τρόπο που αρμόζει σε ένα κράτος δικαίου και σε μια κοινωνία ελευθέρων πολιτών. Επιπλέον, κάποιοι δεν δίστασαν ακόμη και να αναπτύξουν ολόκληρη δικαιολογητική φιλολογία υπέρ της βίας. Έτσι καταλήξαμε να εκφέρεται πολιτικός λόγος –ακόμη και από το βήμα της βουλής- ο οποίος, παράλληλα με τη διολίσθησή του στον ανέξοδο λαϊκισμό, έπαιρνε ενίοτε και ύφος σαφώς απειλητικό. Τελικά, όμως, σε αυτή ένοχη ανοχή στην κουλτούρα της βίας επένδυσαν οι νεοναζί. Στην επικράτηση των άγριων ενστίκτων έναντι της λογικής, της κραυγής έναντι του λόγου.

Η Δημοκρατία, ωστόσο, στην Ελλάδα δεν απειλείται και η συντεταγμένη Πολιτεία διαθέτει τα μέσα να αποκαταστήσει τη νομιμότητα. Κι αυτό λαμβάνει χώρα τώρα, μετά και τις ενέργειες της κυβέρνησης, καθώς το λόγο έχει πλέον η Δικαιοσύνη.

Ασφαλέστατα, για την εξάλειψη του φαινομένου της στήριξης ακραίων συμπεριφορών από μερίδα της κοινωνίας απαιτείται σειρά μέτρων, που σχετίζονται με την ανάπτυξη της οικονομίας και την αύξηση των θέσεων εργασίας, αλλά και με την αξιοπιστία του πολιτικού κόσμου και την απόδοση ευθυνών σε όσους εμπλέκονται σε σκάνδαλα.

Παράλληλα, όμως, ήλθε η ώρα να βάλουμε, όλοι -και ιδιαίτερα όσοι διατυπώνουμε δημόσιο λόγο- μια τελεία στην ανοχή στα φαινόμενα βίας, όπου και με όποια μορφή εμφανίζονται. Και να προχωρήσουμε ακόμη πιο πέρα. Να επανακαθορίσουμε τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και να επαναφέρουμε τον απαιτούμενο σεβασμό στην αντίθετη άποψη. Να επανεισάγουμε τη στοιχειώδη ευγένεια στον πολιτικό μας λόγο και να εμπνεύσουμε εμπιστοσύνη στον πολίτη με την αταλάντευτη προσήλωσή μας στους δημοκρατικούς κανόνες. Αυτή η νέα πολιτική κουλτούρα θα αποτελέσει την ιδανικότερη ασπίδα του δημοκρατικού μας πολιτεύματος αλλά και της κοινωνικής συνοχής.

 

Ο κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος είναι Αναπληρωτής Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

 

Subscribe to this RSS feed